Category Archives: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Χώμα και νερό της θεσσαλικής γης

Τέχνη που συναντάται σε όλους τους λαούς είναι η κεραμική. Η κεραμική τέχνη, στην υπηρεσία του ανθρώπου, σηματοδοτεί εποχές και χιλιετίες. Με υλικά το χώμα και το νερό, χέρια τεχνιτών, έπλασαν χρήσιμα και αισθητικά προσεγμένα αντικείμενα, που τα κατάλοιπά τους, διατηρημένα μέσα στη γη, μαρτυρούν τη διαδοχή των ιστορικών εποχών. Στον ελληνικό χώρο, η παράδοσή της αναφύεται από την προϊστορία και συμπίπτει με την εμφάνιση της προηγμένης πολιτιστικής βαθμίδας του ανθρώπου. Ακμάζει εκρηκτικά κατά την ελληνική αρχαιότητα. Διαφοροποιημένη αργότερα, τη συναντάμε κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς αιώνες. Στις μέρες μας, η κεραμική φτάνει με μια πλούσια πολυμορφία και η κεραμική τέχνη επαναπροσδιορίζεται ως χρηστική τέχνη. Με υλικά το χώμα και το νερό, διαπιστευτήρια της Παράδοσης, εξασφαλίζει το οικολογικό διαβατήριό της για τον 21ο αιώνα, αγνοώντας την πρόκληση νέων υλικών και τεχνολογιών.
Τα θεσσαλικά κεραμικά κατασκευάζονται για να καλύψουν κυρίως τις καθημερινές ανάγκες των νοικοκυριών (αποθήκευση, συντήρηση, παρασκευή τροφίμων). Τα τσουκάλια, οι στάμνες, τα κανάτια, τα πιθάρια, οι φτήνες σε διάφορα μεγέθη και σχήματα είναι οι πιο αντιπροσωπευτικοί τύποι των θεσσαλικών κεραμικών.
Ο πηλός είναι συνήθως καστανοκόκκινος και προέρχεται από τη θεσσαλική γη. Τα εργαστήρια είναι οργανωμένα στα πλαίσια της οικοτεχνίας και η τέχνη του κεραμέα μεταδίδεται από πατέρα σε γιο. Η τεχνική κατασκευής τους ακολουθεί την παράδοση. Τα κεραμικά κατασκευάζονται στον ποδοκίνητο τροχό, στεγνώνουν στον ήλιο και ψήνονται στο καμίνι. Η διακόσμηση της χρηστικής αυτής κεραμικής περιορίζεται στη δημιουργία απλών φυτικών θεμάτων με τη χρήση του λευκού χρώματος, μπαντανά ή σπανιότερα ακανόνιστων ενσταλάξεων με έγχρωμα υαλώματα. Αλλοτε η επιφάνειά τους διακοσμείται με απλές εγχαράξεις κυματιστών, θλαστών ή απλών γραμμώσεων.
Τα κέντρα παραγωγής κεραμικών στη Θεσσαλία κατά τους νεότερους χρόνους εντοπίζονται κυρίως στις περιοχές Λάρισας – Τυρνάβου, Καρδίτσας – Φαναρίου, Τρικάλων, Βόλου, Αγιάς, Ελασσόνας – Τσαριτσάνης. Η παραγωγή των εργαστηρίων αυτών καλύπτει κυρίως τις ντόπιες ανάγκες, ενώ δεν αποκλείεται η ύπαρξη μικρότερων τσουκαλάδων στην ευρύτερη περιοχή.
Στη Λάρισα λειτουργούσαν πολλά κεραμικά εργαστήρια, που δυστυχώς δε διατηρήθηκαν, εξαιτίας του ραγδαίου εκσυγχρονισμού της πόλης. Για την ευρύτερη περιοχή της Λάρισας, σπουδαίο κέντρο παραγωγής, αποτέλεσε ο Τύρναβος, του οποίου η κεραμική δραστηριότητα συνεχίζεται αδιάκοπα από τη βυζαντινή περίοδο.
Τα εγχάρακτα εφυαλωμένα κεραμικά του Τυρνάβου (τεχνική sgraffito) με τα λαμπερά εξαιρετικής ποιότητας υαλώματα πιστοποιούν την άνθηση της αγγειοπλαστικής στην περιοχή, ήδη από τον 15ο αιώνα. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, η τεχνική του sgraffito εγκαταλείπεται για απλούστερες τεχνικές, όπως υπαγορεύουν οι νέες συνθήκες. Στην περίοδο της τουρκοκρατίας, επικρατούν απλούστερες φόρμες με λιτή διακόσμηση. Ο Τύρναβος συνεχίζει να διατηρεί πολλά κεραμικά εργαστήρια μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της ευρύτερης περιοχής. Μετά τα μέσα του ίδιου αιώνα, φθίνουν σταδιακά τα εργαστήρια και σήμερα διατηρούνται μόνο δύο (αδελφοί Καλύβα και αδελφοί Πνάκα).
Σημαντικό κέντρο, επίσης, εφυαλωμένης κεραμικής κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, αποτέλεσαν τα Τρίκαλα. Τα προϊόντα παραγωγής τους είναι κυρίως αβαθή πινάκια, κούπες και, σε μικρότερη κλίμακα, φλασκόμορφα κανάτια. Ο εγχάρακτος διάκοσμος εμπλουτίζεται με πινελιές πράσινου και καφέ χρώματος.
Το Φανάρι Καρδίτσας αποτελεί ένα ακόμη σπουδαίο κέντρο κεραμικής στη Θεσσαλία, που ειδικεύεται στην παραγωγή αποθηκευτικών δοχείων (φτηνές) και σταμνών με τη χαρακτηριστική διακόσμηση με λευκό μπαντανά που δημιουργεί πλούσιες συνθέσεις με γραμμικά μοτίβα. Στην περιοχή Μαγνησίας, ο Βόλος, χαρίζει μια νέα, αν και σύντομη, αναγεννητική ώθηση στην κεραμική, κυρίως μετά την έλευση των Μικρασιατών τεχνιτών. Η Τσαριτσάνη και η Αγιά αποτελούν μικρότερα κέντρα παραγωγής.
Εκτός από τη χρηστική ντόπια κεραμική, εκλεπτυσμένα κεραμικά με πλούσια διακόσμηση, από το Τσανάκ – Καλέ, την Κιουτάχεια και το Ισνίκ της Μικράς Ασίας, χρησιμοποιήθηκαν επίσης στη Θεσσαλία. Η κεραμική αυτή περιλαμβάνει κυρίως πολυτελή δείγματα που χρησιμοποιήθηκαν στα νοικοκυριά ως μεμονωμένα αντικείμενα ή για τη διακόσμηση της εξωτερικής τοιχοποιίας των εκκλησιών (π.χ. Μετέωρα, Πήλιο). Παράλληλα με τα αγγειοπλαστικά εργαστήρια, λειτουργούν και κεραμουργεία, που παράγουν κυρίως οικοδομικά υλικά, κεραμίδια και τούβλα. Τα εργαστήρια αυτά, κάποια από τα οποία εντοπίζονται να λειτουργούν ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, αναπτύσσονται στις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε αρχίζουν να εγκαταλείπονται οι παραδοσιακές τεχνικές για την κατασκευή στέγης και τοιχοποιίας.
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, τα θεσσαλικά εργαστήρια ακολουθούν μια φθίνουσα πορεία, διατηρώντας ωστόσο την παραδοσιακή οργάνωση και λειτουργία τους, ως τη δεκαετία του 1960 περίπου. Οσα από αυτά κατορθώνουν να επιβιώσουν αντιστεκόμενα στα νέα υλικά και κυρίως, το πλαστικό, αναζητούν εκσυγχρονιστικές διεξόδους, που αφορούν τόσο τον τρόπο όσο και τα είδη παραγωγής: Χρήση ηλεκτροκίνητων μέσων (τροχός, μηχανές ζύμωσης του πηλού, παραγωγή με καλούπια, ηλεκτρικοί φούρνοι).
Σημειώνουμε ότι την έκθεση «Θεσσαλική κεραμική κατά τους νεότερους χρόνους» σχεδίασε ο αρχιτέκτων μηχανικός, Χρήστος Γρουσόπουλος και επιμελήθηκε η διευθύντρια του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Λένα Γουργιώτη.

 

Άρθρθο από την εφημερίδφα ριζοσπάστης   6/08/2000

Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ

Η Κεραμική της Μεσσήνης ακολουθεί την ιστορική πορεία της πόλης από την ίδρυσή της τον 4ο αι. π.Χ. ως τα ύστερα ρωμαϊκά και τα πρωτοβυζαντινά χρόνια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κεραμική των Ελληνιστικών χρόνων από το 320 π.Χ. περίπου ως και τον 1ο αι. π.Χ., η οποία ακολουθεί τους ρυθμούς και τις γενικές τάσεις της εποχής. Το τέλος του 4ου π.Χ. αι. σημαίνει και το τέλος, το θάνατο της γραπτής κεραμικής. Τη θέση της παίρνουν μονόχρωμα αγγεία, είτε τελείως μελανά (μελανόβαφα ή μελαμβαφή) είτε τελείως ερυθρά (ερυθροβαφή). Τα τελευταία λέγονται και Terra Sigillata ή Περγαμηνά (από την Πέργαμο της Μ. Ασίας, οπού εμφανίστηκαν γύρω στο 150 π.Χ. – 50 π.Χ. και έχουν εμπίεστη ή και ανάγλυφη διακόσμηση. Η παραγωγή τους συνεχίστηκε στην Ιταλία (όπου Ονομάζονται Αρρητινά, (από το Arrezo) καί σ’ όλη την Ανατολή ως τον 7ο – 8ο αι. μ.Χ. Μια Ομάδα των τελευταίων ονομάζονται Αφρικανικά (από εργαστήρια της Β. Αφρικής). Πρόκειται κυρίως για σκεύη οικιακής χρήσης (πιάτα ρηχά και βαθιά). Στην κατηγορία των μονόχρωμων μελαμβαφών ανήκουν και τα λεγόμενα Μεγαρικά (κυρίως σκύφοι) με ανάγλυφη διακόσμηση κυρίως φυτική, αλλά και με ζώα ή σκηνές της Ιλιάδος, οπότε λέγονται ‘Ομηρικοί σκύφοι. Είναι πολύ διαδομένα αγγεία από το 250 ως το 100 π.Χ. περίπου. Τα πλουσιότερα διακοσμημένα αγγεία μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα σκουρόχρωμα (με έδαφος – φόντο σκούρο) και τα ανοιχτόχρωμα. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα λεγόμενα Δυτικής Κλιτύος West Slope), που εμφανίζονται, όπως είπαμε, στην Αττική από τον 4ον π.Χ. αί. και συνεχίζονται σε τοπικά εργαστήρια ως τον 2ο π.Χ. αι. περίπου.
Στην κατηγορία των ανοιχτόχρωμων ανήκουν α) ή Ομάδα Λάγυνος, που απαντά στα ανατολικά της Αδριατικής γύρω στα 150 π.Χ. (πάνω σε λευκά επίχρισμα, φυτικά κυρίως κοσμήματα σε μαύρο ή καφέ), β) Τα αγγεία Hadra της Αλεξάνδρειας (260 – 210 π.Χ. περίπου), κυρίως υδρίες πού το σώμα τους καλύπτεται είτε με λευκό επίχρισμα (οπότε φέρουν πολύχρωμα κοσμήματα), είτε με κίτρινο επίχρισμα (οπότε ή διακόσμηση γίνεται με μαύρο ή καφέ). Τα αγγεία αυτά χρησιμοποιούνταν κυρίως ως τεφροδόχα σε τάφους.

 

 

 

 

 

 

Άρθρο από τον ιστότοπο του μουσείου Μεσσήνης: http://www.ancientmessene.gr/index.html

ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΡΑΚΗΣ Αλεξανδρούπολη

Στη Θράκη, στους νεώτερους χρόνους, υπήρχαν γνωστά κέντρα κεραμικής στην Ξάνθη, την Κομοτηνή, την Αλεξανδρούπολη, τις Φέρρες, το Σουφλί, το Διδυμότειχο και τους Μεταξάδες.

Μετά το 1922, μεταξύ των προσφύγων συγκαταλέγονταν και έμπειροι αγγειοπλάστες, οι οποίοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη Θράκη συνεχίζοντας την παράδοση της αγγειοπλαστικής στην καινούργια τους πατρίδα. Με τις νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και τη διαφοροποίηση των υλών για την κατασκευή των κεραμικών (αργιλικό χώμα, ύλες για το γυάλωμα), η παραγωγή τους προσαρμόστηκε στα καθιερωμένα σχήματα των ντόπιων τσουκαλάδων που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των απλών νοικοκυριών. Στην Ξάνθη εγκατέστησε το εργαστήριο του ο Παναγιωτόπουλος από την Προύσα, ο Αβραάμ Αβραμίδης από την Κιουτάχεια, ο Γ. Τεκερλεκόπουλος από την Αδριανούπολη. Στην Κομοτηνή δούλεψαν ο Δήμητρας Νικολιός, ο Μιχάλης Κιουπτσής και ο Ιωαννίδης από τις Σαράντα Εκκλησιές, ενώ στις Φέρρες ο Αναστάσιος Γεωργιάδης από τη Μ. Ασία. Στο Σουφλί δούλευαν κεραμικά ο Βάγιας από την Ανατολική Θράκη, ο Χρήστος Παρθένας (11988) και ο Δημήτρης Παπαβλασακούδης που έπλαθε τσουκάλια μέχρι το 1985. Στην Αλεξανδρούπολη εγκαταστάθηκαν οι φημισμένοι για τα κεραμικά, αλλά κυρίως για τα πιθάρια τους, τσουκαλάδες της Αίνου.

Αινίτικα ήταν και τα κυλινδρικά πιθάρια που χρησιμοποιούσαν για τη βαφή των ρούχων όλοι οι μπογιατζήδες του νομού Έβρου. Άλλωστε, η παραγωγή και η εμπορία των πιθαριών συνετέλεσε στην οικονομική ευρωστία της συντεχνίας των τσουκαλάδων, που συνέβαλαν οικονομικά σε διάφορα κοινωφελή έργα της Αίνου, όπως στην ανέγερση του ιερού ναού του Αγίου Νικολάου, αργότερα Αγίου Βλασίου, της συνοικίας τους, όπως μαρτυρεί η επιγραφή «ΔΑΠΑΝΗ ΚΑΙ ΑΟΚΝΩ ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΥ ΡΟΥΦΕΤΙΟΥ ΤΩΝ ΤΣΟΥΚΑΛΑΔΩΝ 1839, 29 ΜΑΪΟΥ».

Στην περιοχή Διδυμοτείχου, η βυζαντινή κεραμική παράδοση συνεχίστηκε. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή πιστοποιεί την ύπαρξη 200 εργαστηρίων κεραμικών μόνο στην πόλη του Διδυμοτείχου (17ος αιώνας). Εξάλλου, οι ηλικιωμένοι Διδυμοτιανοί θυμούνται τα πλοία που έρχονταν στο ποτάμι και φόρτωναν τσουκάλια. Ο Ευάγγελος Αυγίδης, κληρονόμος αυτής της παράδοσης, έπλαθε κανάτια που θύμιζαν τα τσανακαλιώτικα, ενώ ο γιος του Κώστας Αυγίδης κατασκεύαζε πιάτα κυρίως μέχρι το 1950.

Στη δεκαετία του ’50, το χωριό Μεταξάδες αριθμούσε πάνω από 60 τσουκαλάδες που έπλαθαν αγυάλωτα άχρωμα κεραμικά, οικιακής χρήσης κυρίως, και τα εμπορευόταν οι ίδιοι στα χωριά του Διδυμοτείχου με ανταλλαγή σε είδος. Ο Κώστας Βοϊβοντούδης είναι ένας από τους τελευταίους τσουκαλάδες που περιστασιακά παράγει κεραμικά μέχρι σήμερα. Στους Μεταξάδες, οι τσουκαλάδες γιόρταζαν της Ζωοδόχου Πηγής

Τα είδη που έπλαθαν στα τσουκαλαριά του νομού Έβρου ήταν κιούπια, αποθηκευτικά πιθάρια, τσκαλούδια μικρά και μεγάλα για το βρασμό οσπρίων, νταραούδια σε διάφορα μεγέθη, λαΐνες, λαϊνούδια, αρμεγάδες, τεντζερούδια (γιουβέτσια για κρέας), τσόλια (πήλινες βεντούζες), θυμιατά, γλάστρες, κουμπαράδες, μπρίκια, φουφούδες και σουρωτήρια. Τα ντόπια κεραμικά είναι είτε γυαλωμένα είτε αγυάλωτα.

Τα αγυάλωτα έχουν συνήθως μία ή δύο άσπρες περιμετρικές γραμμές και ανάμεσα μία κυματιστή. Στα γυαλωμένα, τα χρώματα που επικρατούν είναι το κεραμιδί, το καφέ, το πράσινο της ελιάς και το κίτρινο.

Τα πομάκικα κεραμικά είναι συνήθως αγυάλωτα. Τα ρηχά και βαθιά πιάτα, οι λαΐνες, τα μπρίκια (κανάτια με προχοή), τα σουρωτήρια και οι τεντζερέδες είναι αναγνωρίσιμα από το μαύρο-καφέ χρώμα με εγχάρακτη γραμμική διακόσμηση.

Γλωσσάρι

θυμιατό = θυμιατήρι < αρχ. επίθ. θυμιατός = κατάλληλος να καεί ως θυμίαμα Κιούπι = μικρό πιθάρι < τουρκ. kup = αγγείο, πιθάρι

Λαΐνι/λαγήνι < λαγύνιον, υποκορ. του λάγυνος = μεγάλο πήλινο αγγείο για υγρά Μπρίκια = κανάτια με προχοή < τουρκ. ibrik = κανάτα, κανάτι, υδρία

Πιθάρι = μεγάλων διαστάσεων συνήθως πήλινο αγγείο με πλατύ στόμιο, χωρίς ή με μικρές λαβές που το χρησιμοποιούσαν για την αποθήκευση και τη διατήρηση υγρών ή ξηρών προϊόντων < πιθάριον, υποκορ. του αρχ. πίθος = πήλινο οπτό πιθάρι

Σουρωτήρι = στραγγιστήρι από το σουρώνω, μεταγν. σειρώ = στεγνώνω

Τσουκάλι = α. πήλινο στρογγυλό και άβαθο σκεύος, β. πήλινη χύτρα και με επέκταση, κατσαρόλα < μεσν. τσουκκάλιν < τσούκκα < ιταλ. zucca = κολοκύθα ή < από το σλαβικό tsukal

Φουφού = κινητή εστία από λαμαρίνα, χυτοσίδηρο ή πηλό με τρία ή τέσσερα πόδια που το χρησιμοποιούσαν για μαγείρεμα < τουρκ. fufu < ελλ. φουβού < φουγού < βενετ. fogon = τετράγωνη ψησταριά για μαγείρεμα στα καράβια

ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΗ ΓΕΡΑ

Καμίνι Ευστρατίου Σουβατζή (Τουμπούτου), Παπάδος 1952.
Ο Δημοσθένης Κυριαζής φτιάχνει τα κεραμίδια και ο βοηθός του τα αποθέτει στον ήλιο.

Ένας από τους πιο αξιόλογους βιοτεχνικούς παραγωγικούς τομείς στη Γέρα του χθες, ήταν αναμφίβολα η κεραμοποιία, η οποία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη από τα τέλη του 19ου μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, ολοκλήρωσε δε οριστικά το βιολογικό της κύκλο στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα.
Η μεγάλη οικοδομική δραστηριότητας που σημειώθηκε στη Γέρα και σ’ ολόκληρη τη Λέσβο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με την ανοικοδόμηση των επιβλητικών βιομηχανικών κτισμάτων με τα θεόρατα φουγάρα και των θαυμάσιων αρχοντικών, επακόλουθο της εμπορικής και βιομηχανικής ανάπτυξης του νησιού, δημιούργησε ταυτόχρονα και τεράστιες ανάγκες σε δομικά υλικά (κεραμίδια και τούβλα).
Φυσιολογική εξέλιξη μπορεί να χαρακτηρισθεί η ανάπτυξη της κεραμοποιίας στη Γέρα, μιας και η περιοχή διέθετε σε αφθονία τις πρώτες ύλες, το κατάλληλο χώμα και την πλούσια βλάστηση. Κυρίως όμως διέθετε αξιόλογο εργατικό δυναμικό από έμπειρους και δραστήριους τεχνίτες και μαστόρους και φιλότιμους εργάτες.
Προηγήθηκε μια μακρά περίοδος (17ος – 19ος αιώνας) κατά την οποία η Γέρα είχε επιδοθεί με ξεχωριστή επιτυχία στην παραγωγή κεραμικών, πραγματοποιώντας μάλιστα σημαντικές εξαγωγές εκτός Λέσβου. Την εποχή εκείνη όλα σχεδόν τα μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη, τα συστήματα ύδρευσης και υγιεινής στα νοικοκυριά των ανθρώπων ήταν πήλινα.
Όπως μας πληροφορεί ο Οικονόμος Σ. Τάξης, “εν Παλαιοκήπω ως και εν τη περιοχή του Περάματος κατασκευάζονται από πολλών ήδη ετών πήλινα τινα χρωματιστά κατά το πλείστον αγγεία διαφόρου χρήσεως Γεραώτικα κοινώς καλούμενα, αρκούντως επιτυχή, ων χρήσις ικανή από πολλών ήδη ετών γίνεται εν τε τη νήσω και τω εξωτερικώ”.
Η τεχνολογική εξέλιξη και οι θεαματικές αλλαγές που δρομολόγησε στη ζωή των ανθρώπων, είχαν σαν αποτέλεσμα όλα γενικώς τα εργαστήρια κεραμικών της Γέρας, τα λεγόμενα “τσ’καλάδικα”, να σταματήσουν τη λειτουργία τους τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Από αυτά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής: Του Χρήστου Λαϊνά στη θέση Ντουραχάνι, του Μαλιάκα στον Αη Γιάννη, “στου Χάσ’”, του Ευστρατίου Κατσουρίδη, του Βασίλη Ιατρού και του Ερμόλαου Ποδαρά στον Παλαιόκηπο. Στον Παπάδο λειτουργούσε το “τσ’καλαδιό” του Ευστράτιου Σουβατζή, του επονομαζόμενου και “Τουμπούτου”. Του αποδόθηκε το παρατσούκλι αυτό γιατί μεταξύ των άλλων προϊόντων κατασκεύαζε και πήλινους σωλήνες, τα λεγόμενα τούμπα. (Στην τουρκική “τούμπου” σημαίνει μεγάλος πήλινος σωλήνας).

Καμίνι “Χατζηχρήστου”, Αύγουστος 1956. Τα βασικά στελέχη σε αναμνηστική φωτογραφία.
Από αριστερά: Παν. Πετράς (Βιτσακτσής), Αντώνης και Στρατής Γιαλούρης, Θόδωρος Χατζηχρήστος,
Μιχάλης Βελισαρίου, Στέλιος Παπαδέλης και Νίκος Χατζηχρήστος.

Κατάλοιπο αυτής της εποχής αποτελεί και η έκφραση “θα του παρατζείλουμε στου Τουμπούτου”, που λένε ακόμη και σήμερα οι γεραγώτες όταν δεν ανευρίσκουν κάποιο αντικείμενο που επιθυμούν να αγοράσουν.
Διάδοχη κατάσταση και εξέλιξη στα “τσ’καλαδιά” της Γέρας αποτέλεσε η κεραμοποιία. Από τις αρχές μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα άρχισαν να ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο τα καμίνια παραγωγής τούβλων και κεραμιδιών, όπως του Χατζηχρήστου στη Ντουραχάνι, του Κώστα Ανδριάνη (Καμπούρη) στα Σκαμήνια, του Πλειού στα Κίργια και του Παπαντωνίου (Γαλή) στο Πλακάδο. Αξίζει να αναφέρουμε πως και τα εργαστήρια κεραμικών του Ερμόλαου Ποδαρά και του Ευστράτιου Σουβατζή, την τελευταία περίοδο πριν κλείσουν, είχαν στραφεί στην παραγωγή τούβλων και κεραμιδιών.
Τα καμίνια λειτουργούσαν από τον Απρίλη έως τον Οκτώβρη, την εποχή δηλαδή που αγροτικές ασχολίες ήταν λιγοστές. Το 1900 ξεκίνησε τη λειτουργία του το καμίνι του Ευστρατίου Χατζηχρήστου στη θέση Ντουραχάνι. Το 1934 τη διαχείριση ανέλαβαν οι γιοι του Θόδωρος και Νίκος οι οποίοι το λειτούργησαν μέχρι το 1967, οπότε και σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία του. Κατασκεύαζαν συμπαγή τούβλα διαστάσεων 22 x 10 cm στο κέντρο των οποίων υπήρχε διακριτική σφραγίδα με τα αρχικά Ε.Χ.. Κατασκεύαζαν ακόμη κεραμίδια (κουρνέλες και καπάκια), πατώματα για μεγάλους φούρνους διαστάσεων 40 x 40 x 5 cm, τούβλα και πατώματα για μεγάλους φούρνους και τα τζάκια των σπιτιών, τούβλα για τις καμάρες των φούρνων, τους λεγόμενους “νεμέδες” και τούβλα για τα φουγάρα των εργοστασίων.

Με αυτές τις αυτοσχέδιες ξύλινες κατασκευές, τα λεγόμενα “σιντούτσια”,
κουβαλούσαν το χώμα στα καμίνια, καθώς και τα οικοδομικά υλικά στο παρελθόν.
Στο καμίνι “Χατζηχρήστου” η ημερήσια παραγωγή έφθανε τα 2.500 τούβλα και τα 1200 κεραμίδια. Απασχολούσε δε πάνω από 10 άτομα, εκτός από τα εξωτερικά συνεργεία που κουβαλούσαν με τα ζώα το χώμα και τα κλαδιά. Το χώμα έπρεπε να υποστεί ειδική κατεργασία προκειμένου να γίνει πηλός, κατάλληλος για κεραμίδια και τούβλα. Τα κεραμίδια απαιτούσαν “χτυπημένο” και ψιλοκοσκινισμένο χώμα, ενώ από το προοριζόμενο για τούβλα βγάζανε μόνο τη χοντρή πέτρα. Το χώμα δουλευόταν καλά από τον λασπιτζή, (σκάψιμο, κοπάνισμα, πάτημα με τα πόδια, γύρισμα με ξύλινο φτυάρι), στον ειδικό χώρο, που τον λέγαν “τσικούρ”. Μόλις ετοιμαζόταν ο πηλός μεταφέρονταν σε άλλο χώρο, το λεγόμενο “σιγρί”, όπου και σκεπαζόταν με τσουπιά για να διατηρεί την υγρασία του. Από εκεί τον παραλάμβαναν οι μαστόροι, οι οποίοι με ξύλινα καλούπια, στον πάγκο, φτιάχνανε τα κεραμίδια και τα τούβλα και τα αποθέτανε στον ήλιο, σε ανοιχτό επίπεδο χώρο για να “τραβήξουν” μια δυο μέρες. Ακολούθως τα ντανιάζανε στη σάγια, το στεγασμένο χώρο, έως ότου φορτωθούν στο καμίνι. Το καμίνι φόρτωνε 8.000 τούβλα και 6.500 κεραμίδια με συγκεκριμένη διαστρωματική τοποθέτηση ώστε η φωτιά να δουλεύει ομοιόμορφα. Για καύσιμο ύλη χρησιμοποιούσαν ρίκους, πρίνους, λιόκλαδα και ελαιοπυρήνα, ο χρόνος δε ψησίματος έφθανε τις δώδεκα ώρες. Το ψήσιμο ήθελε ιδιαίτερη προσοχή, γιατί η δυνατή φωτιά μπορούσε να δημιουργήσει παραμορφώσεις και συγκολλήσεις στα κεραμίδια και τούβλα.
Τα έτοιμα προϊόντα, φορτωμένα σε ζώα, αραμπάδες φορτηγά, έπερναν το δρόμο για τα γιαπιά της Γέρας και των άλλων περιοχών του νησιού.
Στις μέρες μας κανένα πια καμίνι δεν έχει μείνει εν ενεργεία στη Γέρα. Όλες αυτές οι μικρές, οικογενειακού χαρακτήρα επιχειρήσεις, έσβησαν, μαζί με τους δημιουργούς τους.
Η παραγωγή δομικών υλικών έχει περάσει εξ ολοκλήρου σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, στη Χαλκίδα, το Μεσολόγγι, την Καβάλα και αλλού. Τα κατάφορτα με κεραμίδια και τούβλα μότορσιπ που ταχτικά καταφθάνουν στο Πέραμα, απλά μας υπενθυμίζουν, ότι η Γέρα διανύει μια άλλη πλέον εποχή με νέα παραγωγικά και οικονομικά δεδομένα.

Βοηθήματα
1. Η Λέσβος κατά την Τουρκοκρατία, Παν. Παρασκευαΐδη
2. Συνοπτική Ιστορία και Τοπογραφία της Λέσβου, Οικονόμου Σ. Τάξη
3. Λεσβιακή Λαογραφία, Νίκη Ταστάνη

Υ.Γ. Για να γραφτεί το παραπάνω άρθρο πολύτιμες πληροφορίες μας έδωσαν οι κ.κ. Νίκος Χατζηχρήστος, Προκόπης Τουμάνης, Παναγιώτης Σέντας και Παναγιώτης Κυριαζής, τους οποίους και ευχαριστώ θερμά.

Στρατής Καραγιασσώτης

Αρθρο από τον ιστότοπο http://www.iera.gr

Κεραμική στο Αιγαίο κατά την Αρχαιότητα

Συγγραφή : Παλαιοθόδωρος Δημήτρης(16/11/2006)

 

1. Πρωτογεωμετρική κεραμική

Η γεωγραφική και η πολιτική πολυδιάσπαση των νησιών του Αιγαίου κατά την 1η χιλιετία π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, τη γέννηση μιας σειράς κεραμικών ρυθμών. Πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά για την παραγωγή της κεραμικής στο χώρο του Αιγαίου κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο (1050-900 π.Χ.). Πολλά από τα αγγεία της περιόδου, τόσο στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου όσο και στη Μικρά Ασία, μαρτυρούν την αττική επίδραση, επιβεβαιώνοντας την ιστορική παράδοση που θέλει τις περιοχές αυτές να εποικίζονται από την Αθήνα. Κατά την Ύστερη Πρωτογεωμετρική περίοδο (950-900 π.Χ.), κυρίαρχο στοιχείο στις Κυκλάδες είναι οι επιδράσεις από την Εύβοια, που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγγείων που μοιάζουν πολύ με τα ευβοϊκά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει ο σκύφος, είδος πήλινου ποτηριού, με κρεμάμενα ημικύκλια. Θα χρειάζονταν εργαστηριακές αναλύσεις του πηλού για να αποφασίσει κανείς ποια από τα αγγεία της συγκεκριμένης ομάδας έχουν παραχθεί στον κυκλαδικό χώρο, ποια είναι ευβοϊκά και ποια είναι απομιμήσεις από άλλες περιοχές, από τη Συρία ως την Ιταλία, όπου απαντούν δείγματα. Το συγκεκριμένο κεραμικό σχήμα έχει πολύ μακρά διάρκεια ζωής και ορισμένες μελέτες ανάγουν το τέλος του στον 8ο αι. π.Χ.

2. Γεωμετρική κεραμική

Κατά την επόμενη φάση, τη Γεωμετρική περίοδο (900-700 π.Χ.), οι κεραμείς των Κυκλάδων, του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων διατηρούν το ενδιαφέρον τους για τα αττικά προϊόντα, κυρίως για τους μεγάλους ταφικούς αμφορείς. Τόσο οι απομιμήσεις όσο και οι εισαγωγές είναι συχνές. Ιδιαίτερα κατά τη Μέση Γεωμετρική περίοδο (850-750 π.Χ.), όταν εγκαθιδρύεται ένα είδος «πολιτισμικής κοινής», τα αγγεία του αιγαιακού χώρου μοιάζουν πολύ με τα αντίστοιχά τους αττικά. Μια ενδιαφέρουσα ομάδα παράγεται στη Ρόδο, όπου το αγαπημένο σχήμα είναι ο κρατήρας με ψηλό πόδι και διακόσμηση γεωμετρικού χαρακτήρα μέσα σε μετόπη (μαίανδρος, δέντρο της ζωής κλπ.). Κατά την τελευταία φάση της Γεωμετρικής περιόδου (750-700 π.Χ.) παρατηρείται το φαινόμενο της έντονης πολυδιάσπασης των ρυθμών, που χαρακτηρίζει το σύνολο του ελληνικού χώρου εκείνη την περίοδο. Στις Κυκλάδες αναπτύσσεται ιδιαίτερα το θηραϊκό και το μηλιακό εργαστήριο, που παράγουν στιβαρά αγγεία (κυρίως κρατήρες και αμφορείς με ψηλό πόδι), ενώ στη Νάξο και στην Πάρο τα εργαστήρια διατηρούν μια επαφή με την Αττική. Ειδικά στην Πάρο, αξίζει να τονιστεί το σημαντικότατο εύρημα του Πολυανδρίου της Παροικιάς, όπου ανακαλύφθηκαν δύο ομαδικοί τάφοι με πάνω από διακόσια αγγεία. Δύο από αυτά διακοσμούνται με ζωηρές σκηνές μάχης και συγκαταλέγονται μεταξύ των πρωιμότερων εικονιστικών παραστάσεων με αφηγηματικό περιεχόμενο στην ελληνική τέχνη. Στη Ρόδο, κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, απομακρυνόμαστε επιτέλους από την αττική επιρροή. Παρατηρείται έντονη πρόσμειξη φοινικικών και κυπριακών στοιχείων στην κεραμική του νησιού, ως αποτέλεσμα της κομβικής του θέσης μεταξύ Ανατολής και Ελλάδας. Αγγεία της σχολής αυτής εξάγονται σε μεγάλους αριθμούς στη Δύση, όπως μαρτυρά και η περίφημη κοτύλη (αγγείο πόσεως με δύο οριζόντιες λαβές) του Νέστορα, με την πρωιμότερη έμμετρη επιγραφή στην ελληνική γλώσσα, που βρέθηκε σε τάφο ενός παιδιού φοινικικής καταγωγής στην ευβοϊκή αποικία των Πιθηκουσσών στην Καμπανία. Αγαπημένα σχήματα είναι οι σφαιρικές φλάσκες, οι κάνθαροι και οι κρατήρες με ψηλό πόδι. Βορειότερα, στη Χίο, αντιγράφονται οι λεγόμενοι σκύφοι με πτηνά, προϊόντα που εντοπίζονται στη βόρεια Ιωνία, ενώ η Σάμος συνεχίζει την αττικίζουσα παράδοση, με σκηνές πρόθεσης και γεωμετρικούς κρατήρες με ψηλό πόδι και γεωμετρική διακόσμηση.

3. Ανατολίζουσα κεραμική

Κατά την Ανατολίζουσα περίοδο (7ος αι. π.Χ.), τα εργαστήρια των νησιών του Αιγαίου ακ����άζουν ιδιαίτερα. Σε πολλές περιοχές, όπως στη Χίο, ή ακόμα και τις Κυκλάδες, συνεχίζεται η παραγωγή αγγείων υπογεωμετρικού χαρακτήρα, με προεξάρχον σχήμα την κοτύλη με πτηνά, όπου το ανατολίζον, κορινθιακό σχήμα «παντρεύεται» με τη γεωμετρικού τύπου διακόσμηση και τα στιλιζαρισμένα πτηνά. Τα αγγεία αυτής της κατηγορίας είναι εξαιρετικά δημοφιλή στην Ιταλία, όπου οι θαλασσοπόροι του Αιγαίου δραστηριοποιούνται πλέον έντονα. Σάμιοι, Χίοι και Ρόδιοι ναυτικοί συγκαταλέγονται μεταξύ των δυναμικότερων εμπόρων και ιδρυτών αποικιών, τόσο στη Δύση όσο και στη Μαύρη θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική. Κυρίαρχη όμως τάση πλέον είναι η απαλοιφή των γεωμετρικών κοσμημάτων και η αντικατάστασή τους με μοτίβα που εισάγονται από την τέχνη της Ανατολής: καμπυλόγραμμα φυτικά κοσμήματα (ρόδακες, ανθέμια, πλόχμοι), που συνδυάζονται με γραμμικά κοσμήματα και πλαισιώνουν μεγαλόσωμες και αρκετά απλοϊκές μορφές ζώων που βόσκουν, λιονταριών και πτηνών. Αρκετές από τις ομάδες κεραμικών που προέρχονται από τη Δήλο διακοσμούνται με υπογεωμετρικά ζώα, αν και τα σχήματα γνωρίζουν πλέον εξέλιξη. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά το γραμμικό νησιωτικό ρυθμό των μέσων του 7ου αι. π.Χ., που φαίνεται πως ήταν δημοφιλής σε όλες τις περιοχές των Κυκλάδων, αλλά κεραμικά αυτού του ρυθμού παρασκευάζονταν κυρίως στη Θήρα ή την Πάρο. Ένα από τα αριστουργήματα της κυκλαδικής αγγειογραφίας είναι η οινοχόη (δοχείο άντλησης κρασιού από τους κρατήρες) από την Αίγινα που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, με ανάγλυφη κεφαλή γρύπα στο στόμιο και σκηνή λιονταριού που κατασπαράσσει ελάφι και αλόγου που βόσκει στο σώμα. Το κυριότερο ανατολίζον εργαστήριο της περιοχής εντοπίζεται στην Πάρο και είναι το εσφαλμένα αποκαλούμενο «μηλιακό» εργαστήριο. Χαρακτηριστικοί είναι οι μεγάλοι ταφικοί πιθαμφορείς με ψηλό πόδι, παλαιότερο σχήμα που όμως εμπλουτίζεται με τεχνοτροπία δανεισμένη από το ρυθμό των Αιγάγρων της Μιλήτου και των Κλαζομενών και παράγει αξιόλογες παραστάσεις, με άρματα και σκηνές μάχης. Συχνότερα πάντως απαντούν τα πινάκια με ωραίες εικονιστικές παραστάσεις (που τα συναντάμε και στη Θάσο), καθώς και οι μικρού μεγέθους υδρίες, με διακόσμηση από γυναικείες προτομές με την τεχνική του περιγράμματος. Γενικά στον κυκλαδικό χώρο παρατηρείται μια τάση πολυχρωμίας, την οποία μεταφέρουν μετανάστες κεραμείς και στο σικελικό χώρο, ιδιαίτερα στις Συρακούσες. Στη Χίο εντοπίζεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαστήριο με πολύχρωμα αγγεία με λευκό επίχρισμα. Χαρακτηριστικότερο σχήμα είναι ο κάλυκας, αγγείο με κωνικό πόδι και δύο οριζόντιες λαβές. Ο ρυθμός εμπνέεται αρχικά από το σύγχρονο μέσο ρυθμό των Αιγάγρων, ενώ αργότερα αναπτύσσεται ανεξάρτητα. Πολλά αγγεία του ρυθμού αυτού έχουν βρεθεί στη Ναύκρατι και την Αίγινα. Νοτιότερα, στη Ρόδο, οι κεραμείς ακολουθούν ως επί το πλείστον τις παραδόσεις της γειτονικής Μιλήτου. Εισάγουν αγγεία του ρυθμού των Αιγάγρων και παράγουν απομιμήσεις σε απλούστερο στιλ ή αμφορείς όχι ιδιαίτερα δουλεμένους με χοντροκομμένα σχέδια ζώων. Η σημαντικότερη ομάδα αγγείων από τη Ρόδο χρονολογείται στον ύστερο 7ο και τον πρώιμο 6ο αι. π.Χ. Πρόκειται για τις κύλικες και τους αμφορείς του ρυθμού των Βρουλίων, όπου συνδυάζεται η υπογεωμετρική παράδοση με εγχάρακτα και γεμισμένα με ερυθρό και μαύρο βερνίκι φυτικά κοσμήματα ανατολίζουσας έμπνευσης. Ροδιακά είναι, πιθανότατα, τα ωραία πινάκια με εικονιστικές παραστάσεις. Το πιο αξιόλογο αγγείο της ομάδας αυτής είναι το πινάκιο του Βρετανικού Μουσείου με παράσταση μονομαχίας του Έκτορα και του Μενέλαου πάνω από το νεκρό Εύφορβο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επιγραφές που συνοδεύουν τις μορφές είναι σε αργολικό αλφάβητο, υποδηλώνοντας προφανώς την παρουσία ενός μετανάστη αγγειογράφου.

4. Αρχαϊκή και κλασική κεραμική

Ο 6ος αι. π.Χ. αποτελεί το απόγειο της κεραμικής παραγωγής του αιγαιακού χώρου. Στα ακμάζοντα εργαστήρια της Χίου, παράγονται πλέον κάλυκες που διακοσμούνται με την πολύχρωμη, και αργότερα με τη μελανόμορφη τεχνική. Στη Ρόδο συναντάμε κυρίως πλαστικά αγγεία, σε ευφάνταστα σχήματα (φαλλόσχημα, κεφαλές οπλιτών, υποδημένα με σανδάλια πόδια, πίθηκοι, ο Αιγύπτιος θεός Bes), πολλές φορές με βάση την τεχνική εφυάλωσης που είναι γνωστή ως φαγεντιανή και θεματικές και τεχνοτροπικές επιρροές από τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Στη Ρόδο αποδίδονται επίσης και οι λεγόμενοι «κάδοι», μονοκόμματοι αμφορείς, με μελανόμορφες μυθολογικές παραστάσεις, που προέρχονται κυρίως από αιγυπτιακές θέσεις. Το σημαντικότερο είναι το εργαστήριο  της Σάμ��υ, όπου παράγονται οι μικρογραφικές μελανόμορφες κύλικες και οι αμφιπρόσωποι πλαστικοί κάνθαροι (αγγεία πόσεως με δύο ψηλές, κάθετες λαβές, ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας), που εξάγονται στην Ετρουρία ή αφιερώνονται στο τοπικό Ηραίο. Στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ., οι μετρημένες εισαγωγές κορινθιακών αγγείων αντικαθίστανται από τις κατά πολύ μαζικότερες εισαγωγές αττικών μελανόμορφων. Η τάση αυτή οδηγεί σταδιακά σε μαρασμό τα νησιωτικά εργαστήρια. Σε συνδυασμό με την περσική κατάκτηση και την επακόλουθη κυριαρχία της Αθήνας στο Αιγαίο, η κεραμική παραγωγή γνωρίζει παρακμή ή σταματά εντελώς στα περισσότερα κέντρα, καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου και του 4ου αι. π.Χ., είτε περιορίζεται στην παραγωγή εμπορικών αμφορέων και μελαμβαφών αγγείων. 5. Ελληνιστική και ρωμαϊκή κεραμική Στην Ελληνιστική περίοδο, ο διαχωρισμός των κεραμικών εργαστηρίων των νήσων του ανατολικού Αιγαίου από τα αντίστοιχα της Μικράς Ασίας δεν είναι πάντα εφικτός. Στη Ρόδο κυριαρχεί ο ρυθμός της Hadra, ένας απόηχος του μελανόμορφου ρυθμού με τον οποίο διακοσμούνται υδρίες ταφικής χρήσης. Ενδέχεται πολλά από τα αγγεία αυτά να μην είναι επιχώρια, αλλά εισαγωγές από την Κρήτη. Ιδιαίτερα δημοφιλής στη Ρόδο και τη Χάλκη είναι και ο τύπος της σταμνοειδούς πυξίδας. Απομιμήσεις του αττικού ρυθμού της δυτικής κλιτύος (μελανό βάθος με διακόσμηση σε επίθετο λευκό και ερυθρό χρώμα και σχήματα όπως αμφορείς, κάνθαροι και σκύφοι) απαντούν στη Δήλο και πιθανότατα και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Κατά τον 3ο και 2ο αι. π.Χ. εργαστήρια παραγωγής των λεγόμενων «μεγαρικών σκύφων» υπήρχαν σε όλο τον ελλαδικό και μικρασιατικό χώρο. Στο Αιγαίο η παραγωγή αυτού του εξαιρετικά διαδεδομένου τύπου έχει διαπιστωθεί στη Λήμνο, τη Σάμο, την Αμοργό και είναι πολύ πιθανή στη Δήλο και τη Ρόδο. Το ίδιο ισχύει και για τους εφυαλωμένους σκύφους που απομιμούνται σε μορφή και χρώμα χάλκινα και αργυρά αγγεία και θεωρείται ότι παράγονταν σε κέντρα όπως η Μυτιλήνη και η Πέργη της Μικράς Ασίας. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, τέλος, ορισμένα από τα κέντρα της ανατολικής sigillata, που σε γενικές γραμμές επιχωριάζει στη Μικρά Ασία και την Αντιόχεια, δραστηριοποιούνταν και στα νησιά του Αιγαίου.

 

Άρθρο  από τον ιστότοπο: Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου

ΑΡΧΑΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ

«Μετά παιδίας ηδονής μανθάνειν», δηλαδή µε την ευχαρίστηση του παιχνιδιού μαθαίνουν,έγραψε ο Πλάτων στο βιβλίο του Νόμοι (ΖΒ 19).

   Στον τόπο µαs συναντάμε στα µουσεία διάφορα έργα τέχνns που είναι παιχνίδια από πnλό. Το παι­χνίδι είχε πάντα ξεχωριστή σnµα­σία στη Ζωή των Ελλήνων, γι’ αυ­τό και συχνά σ’ αυτούs που έφευ­γαν από τn Ζωή τοποθετούσαν α­γαπnµένα τoυs παιχνίδια αφού πί­στευαν πως το παιχνίδι χαλαρώ­νει και ψυχαγωγεί τον άνθρωπο α­κόµα και στον κάτω κόσµο.

    Στnν αρχαιότnτα το πρώτο αλη­θινό παιχνίδι που έπιανε ένα µωρό
στα χέρια του ήταν n πλαταγή. Πλαταγή ή πλαταγών είναι n κουδου­νίστρα. Οι παλιέs κουδουνίστρες ήταν μικροί δίσκοι από πnλό στολισμένοι µε  αστανόµαυρεs ταινίεs και γραµµέs. Στο εσωτερικό τoυs είχαν µικρά πετραδάκια που έκα­ναν θόρυβο, όταν τιs κουνούσεs. Αυτόs ο θόρυβοs τns κουδουνί­στρας διασκέδαζε και ηρεµούσε το µωρό. Πίστευαν ακόµα ότι έδιωχνε τα κακά πνεύµατα γιατί εκείνη τnν εποχή απλά αντικείμενα συνδέο­νταν µε τn θρησκεία.

    Μια κουδουνίστρα ανθρωπάκι n οποία έγινε τον 3ο ή τον 4ο αι­ώνα µ.Χ. (ρωμαϊκά χρόνια) βρέ­θηκε κατά τιs εργασίες για το µετρό τns Αθήνας κοντά στn σήραγγα του σταθµού «Ακρόπολn».

    Συχνά οι µnτέρεs και οι παρα­µάνεs των µικρών παιδιών xpnσι­µοποιούσαν σαν κουδουνίστρα το σείστρο. Το σείστρο είναι ένα από τα πιο παλιά όργανα τns Ευρώπns και ήρθε από τnν Αίγυπτο. Το όνοµα του προέρχεται από το ρήµα «σείω», που σnµαίνει κουνάω. Κουνούσαν το σείστρο και τα µικρά χάλκινα δισκάκια που ήταν κρεµασµένα επάνω του έκαναν θό­ρυβο.

    Το συγκεκριµένο σείστρο τns φωτογραφίαs είναι από ελαφρύ πη­λό, έγινε γύρω στο 2000 Π.Χ. και βρέθηκε σε ανασκαφέs στο Φούρνι των Αρχάνων στπν Κρήτη. Στην αρχαία Ελλάδα τα µεγαλύ­τερα παιδιά έπαιζαν µε πλαγγόνεs, δηλαδή µε κούκλεs.Η πλαγγών ή γλήνη ή κόρη ή­ταν κούκλα που είχε ανθρώπινη µορφη. Στην αρχή οι κεραµείς έ­φτιαχναν πήλινες κούκλεs για τα παιδιά των πελατών
τoυς. Αργότε­ρα δηµιουργήθηκαν ειδικοί τεχνίτες που έ­πλαθαν κούκλεs, κό­ρες και γι’ αυτό τους ονόµασαν κοροπλάθους.

    Στη φωτογραφία βλέπουµε µια κούκλα από πηλό που έγινε περίπου το 700 Π.Χ. και βρέθηκε στη Θήβα.

    Τα μαλλιά της πέφτουν σγουρά πάνω στον µακρύ λαιµό της. Στο κάτω µέρος του φορέµατος της υπάρχουν ζωγραφισµένεs κοπέλες που χορεύουν πιασµένες χέρι χέρι. Το δε σχήµα της κούκλαs µοιάΖει µε καµπάνα, γι’ αυτό και οι  αρχαιολόγοι της ονόµασαν «καµπα­νόσχηµα ειδώλια». Η πήλινη αυτή καµπανόσχημη κούκλα (στη δεύτε­ρη φωτο­γραφία από της καµπα­νόσχnµεs κούκλεs) έ­γινε τον 70 αιώνα π.Χ. και βρέθηκε στη Θήβα και διαλέ­χτηκε ως πρότυπο να φτιαχτούν οι δυο κούκλεs των Ολυµπιακών Α­γώνων της Αθήνας του 2004, η Αθηνά και ο Φοίβοs.

    Οι κεραµείs στπν Κόρινθο έ­φτιαχναν κούκλεs που είχαν πιο αν­θρώπινη µορφη µέσα σε ένα κα­λούπι που το είχαν  σµιλέψει έτσι, ώστε να παρουσιάζει το µπροστινό μέροs του κορμιού μιαs κοπέ­λαs και έριχναν πnλό. Το πίσω μέρος το έφτιαχναν πάλι με πnλό σε καλούπι, αλλά ήταν σχεδόν επί­πεδο και
ακατέργαστο. Όταν ο πη­λόs στέγνωνε, ένωναν προσεκτικό τα δυο μέρn και ολοκλήρωναν την κούκλα. Κάποιεs κούκλεs ήταν γυ­μνέs για να μπορούν τα παιδιά να της ντύνουν. Τα χέρια και τα πόδια στερεώνονταν με σύρμα στους ώ­μουs και κάτω από τον χιτώνα για να μπορούν να κινούνται. Αυτές της χορευτικέs κούκλεs της ονόμαζαν νευρόσπαστα. Αργότερα οι Αθηναίοι μιμήθnκαν
και τελειοποίησαν τις κορινθιακέs κούκλεs. Επεξερ­γάστηκαν και το πίσω μέροs της κούκλαs και έτσι έμοιαζε με άν­θρωπο. Επίσnς βρέθηκαν σε ανασκαφές πήλινα παιχνίδια σε μορφές ζώ­ων που έχουν και ρόδες. Τα παι­διά έδεναν το παιχνίδι με ένα σπά­γκο και το έσερναν πίσω τους. Το Ζωάκι στη φωτογραφία αναπαρι­στά ένα άλογο που είναι φτιαγμέ­νο από πηλό, το ίδιο και οι ρόδες του.

   Ένα άλλο παιχνίδι που έχει κί­νηση είναι n σβούρα. Οι αρχαίοι Έλληvες τη σβούρα την έλεγαν στρόμβο και στρόβιλο επειδή στρο­βιλίζεται, κάνει δηλαδή γύρουs, ρόμβο (γιατί έχει σχήμα ρόμβου) και βομβύκια (γιατί γυρίζοντας κά­νει βόμβο, θόρυβο). Aυτή n σβούρα είναι του 50υ αι­ώνα Π.Χ, Είναι φτιαγμένη από κοκ­κινωπό πηλό και ζωγραφισμένη με μαύρο χρώμα. Για να πάρει στρο­φές έπρεπε να τη γυρίζει κανείς με το χέρι ή να τη ρίχνει από ψnλά.

    Ένα άλλο παιχνίδι που κινείται είναι και το γιο-γιο, όπως το λέμε σήμερα.Σε ανασκαφές έχουν βρεθεί πή­λινα παιχνίδια που χρονολογού­νται περίπου
στον 5ο αιώνα π.Χ. στην Κόρινθο. Αποτελούνται από δυο πήλινους δίσκουs, στολισμέ­vους με κύκλουs και ενωμένουs με­ταξύ τους με ένα μικρό κύλινδρο.

    Γύρω από τον κύλινδρο τύλιγαν σπάγκο. Κρατώντας την άκρη του σπάγκου
έριχναν το παιχνίδι προςτα κάτω με δύναμη. Ο σπάγκοs ξε­τυλίγονταν, όμως αμέσως σήκω­ναν το χέρι προς τα επάνω για να ξανατυλι
χτεί ο σπάγκοs και να ξα­ναγυρίσει το παιχνίδι στο χέρι του παίκτη.

    Και τέλος θα αναφέρουμε τα Ζά­ρια, τα οποία γίνονταν από πηλό και τα έλεγαν
τότε κύβους γιατί είχαν συνήθως σχήμα κύβου. Σύμφωνα με τον αρχαίο συγ­γραφέα Παυσανία, ζάρια πρωτοέ­φτιαξε
στην Ελλάδα ο μυθικόs ή­ρωας Παλαμήδης .

     Ευχαριστώ πολύ τη Λήδα Κρο­ντηρά για τις πλnροφορίες
της, που πήρα από το εξαίρετο βιβλίο της «Ελάτε να παίξουμε, μέσα στο χρό­νο»,
εκδόσεις Φυτράκη.

Επιμέλεια κειμένου:

Βούλα Δασκαλοπούλου, Kεραμίστρια

Άρθρο από το περιοδικό Κεραμ-εύς.

Τεύχος 1 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2007

 

 

Η παράδοση συνεχίζεται

Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως στο Μαρούσι Αττικής, στην Αίγινα, στη Λέσβο, στη Σάμο, στο Βόλο, στη Σίφνο, στη Σκύρο και στην Κρήτη, κάποιοι τεχνίτες αντιστέκονται με πείσμα στην εξαφάνιση της πανάρχαιας τέχνης της αγγειοπλαστικής και συνεχίζουν την παράδοση από γενιά σε γενιά.

Γιοι αγγειοπλαστών, με τα παιδιά τους μαθητευόμενους αγγειοπλάστες και τις γυναίκες τους να διακοσμούν τα κεραμικά, οι ”παραδοσιακοί” τεχνίτες δουλεύουν στον ηλεκτροκίνητο τροχό (ο ποδοκίνητος τροχός σπανίζει), ψήνουν στο ξυλοκάμινο και φτιάχνουν τις ”παραδοσιακές” φόρμες, δηλαδή τα παλιά σχέδια (γλάστρες) και τα αντικείμενα (στάμνες, τσουκάλια, γαβάθες, τσανάκια) που άλλοτε εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες.
Υπάρχουν και ”παραδοσιακοί” τεχνίτες που δεν ανάβουν ξυλοκάμινο, αλλά χρησιμοποιούν ηλεκτρικό καμίνι και δουλεύουν με μεράκι τις παλιές αλλά και τις καινούριες φόρμες, δηλαδή καινούρια σχέδια γλαστρών και διακοσμητικών ειδών, τα οποία καλύπτουν τις σημερινές απαιτήσεις. Η ποικιλία των κεραμικών ανά την Ελλάδα, καθώς και οι μέθοδοι κατασκευής τους μελετήθηκαν και καταγράφηκαν από την κυρία Μπέττυ Ψαροπούλου, η οποία και δημιούργησε το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής. Στόχος του Μουσείου, όπως λέει και η ίδια, είναι “να γνωρίσει και να αγαπήσει ο επισκέπτης τη μοναδική αυτή τέχνη”.

Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι πνευματική ιδιοκτησία του μουσείου Κέντρου Μελέτης Νεότερης Κεραμικής και μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο Με αφορμή μια στάμνα.

Άρθρο από: http://www.in.gr/agro/_tradition/stamna/stamna4.asp

H γέννηση μιας στάμνας

Η πρώτη ύλη
Η πρώτη ύλη για την κατασκευή μιας στάμνας είναι το αργιλικό χώμα, το οποίο είναι κατάλληλο λόγω της πλαστικότητάς του όταν αναμειγνύεται με νερό, της συστολής του όταν στεγνώνει και της σκλήρυνσής του όταν ψήνεται και μετατρέπεται σε κεραμικό. Οι αγγειοπλάστες έβρισκαν το αργιλόχωμα στις πλαγιές των λόφων και στα κτήματά τους. Εξέταζαν την πλαστικότητά του βάζοντας σάλιο και χώμα στην παλάμη τους. Εάν το έκριναν κατάλληλο, το μετέφεραν για επεξεργασία στα εργαστήριά τους σε χωματοκόφινα ή σε τσουβάλια.


Το σπάσιμο των βώλων
Το αργιλόχωμα απλωνόταν στον υπαίθριο χώρο του εργαστηρίου για να στεγνώσει. Στη συνέχεια, για να σπάσουν οι βώλοι του, το χτυπούσαν με το λεγόμενο “κόπανο” (φωτ. δεξιά) ή το αλώνιζαν με τα υποζύγια. Αργότερα, τα αυτοκίνητα πήραν τη θέση του “κόπανου”.

Η ανάμειξη με νερό
Όταν το αργιλόχωμα ήταν έτοιμο, δηλαδή αρκετά λεπτόκοκκο ή χονδρόκοκκο ανάλογα με τη χρήση για την οποία προοριζόταν από τον
αγγειοπλάστη, αναμειγνυόταν με νερό. Η ανάμειξη γινόταν μέσα σε μεγάλες δεξαμενές, τις “καρούτες” (φωτ. αριστερά), όπου το χώμα με το νερό γινόταν πηλός. Στη συνέχεια, ο πηλός μεταφερόταν σε άλλη καρούτα και παρέμενε εκεί ημέρες ή και μήνες για να εξατμιστεί το νερό. Τότε ήταν έτοιμος για να ζυμωθεί.

Το ζύμωμα
Ήταν απαραίτητο για να απαλλαγεί ο πηλός από τον αέρα, προκειμένου να μη δημιουργηθούν ρωγμές κατά την κατασκευή και το στέγνωμα της στάμνας. Το ζύμωμα (η “ομογενοποίηση”) του πηλού γινόταν με τα πόδια. Στη συνέχεια, ο πηλός χωριζόταν σε ορθογώνια τεμάχια, τα οποία σκεπάζονταν με βρεγμένες λινάτσες για να διατηρηθεί η υγρασία τους.
Κάθε ποσότητα πηλού που θα χρησίμευε για την κατασκευή ενός αντικειμένου ζυμωνόταν και δεύτερη φορά σε ξύλινο πάγκο.

Η κατασκευή
Ο πηλός που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή της στάμνας έπρεπε να έχει μεγάλη διαπερατότητα, για να “ιδρώνει” και να “αερίζεται” η στάμνα, ώστε το περιεχόμενο να διατηρείται δροσερό.
Σε όλη την Ελλάδα για το “δούλεμα” του πηλού χρησιμοποιούνταν ο ποδοκίνητος τροχός, εκτός από το Θραψανό της Κρήτης όπου ήταν χειροκίνητος. Ο αγγειοπλάστης διαμορφώνει στον τροχό έναν κύλινδρο, που με τη σειρά του αποκτά “ώμους”, “λαιμό” και τέλος μια λαβή, και γίνεται στάμνα. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι δεν χρησιμοποιούνταν πάντα τροχός; Και όμως οι τεχνίτες στην περιοχή του Μεσσηνιακού Κόλπου κατασκεύαζαν τις τζάρες, τα λεγόμενα πιθάρια, μόνο με τα χέρια, χωρίς τη βοήθεια μηχανημάτων.

Η δημιουργία μιας στάμνας στον τροχό (1-4)
1
2
3
4

Το στέγνωμα
Ακολουθεί το κρίσιμο στάδιο του στεγνώματος. Η στάμνα πρέπει να στεγνώσει πολύ καλά, αλλιώς παρουσιάζονται ρωγμές κατά το ψήσιμό της.


Η διακόσμηση
Στο στάδιο του στεγνώματος οι γυναίκες ζωγράφιζαν τις στάμνες με πινέλα, τις χάραζαν και τις συμπίεζαν με χτένια, πιρούνια, ξύλα ή τέλος χρησιμοποιούσαν καλούπια για τα ανάγλυφα σχέδιά τους. Τις χρωμάτιζαν με μπατανά (κόκκινος και λευκός πηλός), με ασβέστη, με πυροχρώματα και με λαδομπογιά. Ευθείες και καμπύλες γραμμές, άνθη, φύλλα και κλαδιά ήταν τα αγαπημένα τους σχέδια.

Το ψήσιμο στα καμίνια

Τα καμίνια (φωτ. αριστερά) των κεραμικών κτίζονταν από πέτρες, πλίθρες και πυρότουβλα. Αποτελούνταν από δύο θαλάμους: έναν για την τοποθέτηση της καύσιμης ύλης, που ήταν συνήθως λεπτά κλαδιά, και έναν για την τοποθέτηση των κεραμικών. Οι στάμνες, εφόσον είχαν στεγνώσει, τοποθετούνταν με το λαιμό προς τα κάτω μέσα στο καμίνι.

 

Το ψήσιμο ξεκινούσε κατά το σούρουπο. Η θερμοκρασία αυξανόταν σταδιακά και ομοιόμορφα και έφτανε μέχρι και τους 1.050 βαθμούς Κελσίου. Τότε ολοκληρωνόταν το ψήσιμο, ο χρόνος του οποίου διέφερε ανάλογα με το είδος του καμινιού, τη χωρητικότητά του και την ποιότητα της καύσιμης ύλης.

Μετά το ψήσιμο και για έξι έως οκτώ ώρες το καμίνι κρύωνε σταδιακά και οι στάμνες, αφού είχαν κρυώσει, ήταν έτοιμες.

Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι πνευματική ιδιοκτησία του μουσείου Κέντρου Μελέτης Νεότερης Κεραμικής και μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο Με αφορμή μια στάμνα.

Άρθρο από:  http://www.in.gr/agro/_tradition/stamna/stamna2.as

Η στάμνα του χθες και του σήμερα

πό τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 20ό αιώνα

Η ιστορία της στάμνας ξεκινά από τη Μέση Νεολιθική περίοδο (5.800-5.300 π.Χ.), όταν κατασκευάστηκε για τη μεταφορά και την αποθήκευση υγρών. Η λέξη στάμνα προέρχεται από το βυζαντινό “σταμνίον” και αυτό από τον αρχαίο “στάμνο”, η ρίζα του οποίου είναι το ρήμα “ίστημι”, επειδή μπορούσε να στέκεται όρθιος.

Η στάμνα είχε πολλαπλές χρήσεις και ανάλογα σχήματα σε διάφορες εποχές. Χρησιμοποιήθηκε για το σερβίρισμα, τη φύλαξη, τη μεταφορά και τη μέτρηση νερού, κρασιού ή λαδιού. Επίσης, αποτέλεσε και αντικείμενο παιχνιδιού και σκεύος στην τέλεση εθίμων. Μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα.
Από τη Φλώρινα, τη Λήμνο, τη Σκόπελο, τη Σκύρο, τη Λέσβο και τη Σάμο έως την Κέρκυρα, τη Ρόδο, την Κρήτη και το Μαρούσι Αττικής κατασκευάστηκαν στάμνες που διακοσμήθηκαν σύμφωνα με την τοπική παράδοση.

Σήμερα, έχουν απομείνει λίγοι ”παραδοσιακοί” αγγειοπλάστες και οι στάμνες έχουν γίνει περισσότερο μουσειακά αντικείμενα παρά αντικείμενα καθημερινής χρήσης.

Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι πνευματική ιδιοκτησία του μουσείου Κέντρου Μελέτης Νεότερης Κεραμικής και μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο Με αφορμή μια στάμνα.

 

Άρθρο από:  http://www.in.gr/agro/_tradition/stamna/stamna1.asp

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ:ΑΠΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ
Ο γίγαντας έχει πήλινα πόδια
Της ΑΝΝΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Κουίζ: Ποια ελληνική τέχνη κατάφερε να επιβιώσει σχεδόν 8.000 χρόνια, αλλά κινδυνεύει σήμερα να εξαφανιστεί; Κι ενώ υπάρχουν πρώτη ύλη, μάστορες, τεχνογνωσία, η διδασκαλία της δεν έχει ενταχθεί στα αναλυτικά προγράμματα του υπουργείου Παιδείας;

40-41-1-thumb-mediumΧώμα από τις Μαργαρίτες χρησιμοποιεί ο Γ. Δαλαμβέλας Χώμα από τις Μαργαρίτες χρησιμοποιεί ο Γ. Δαλαμβέλας Η ελληνική αγγειοπλαστική ασθενεί, παρότι θα μπορούσε να είναι εύρωστος παραγωγικός και εξαγωγικός τομέας της ελληνικής οικονομίας. Κατά καιρούς υπήρξαν προγράμματα κυρίως μέσω του ΕΟΜΜΕΧ, ενώ έγιναν σημαντικά βήματα από την Τοπική Αυτοδιοίκηση (Μαρούσι, Αίγινα, Θραψανό και Μαργαρίτες στην Κρήτη, Λέσβος κ.α.), που έδωσαν ώθηση.

Ο κανόνας, όμως, ήταν αποσπασματικές προσπάθειες, με θεωρητικές προσεγγίσεις και χωρίς συνέχεια. Ισως, διότι ουδέποτε υπήρξε ένας ενιαίος φορέας διαχείρισης, αφού η αγγειοπλαστική πάσχει από… διχασμό προσωπικότητας: άλλοτε θεωρείται τέχνη (υπουργείο Πολιτισμού) κι άλλοτε χειρωνακτικό επάγγελμα (υπουργείο Ανάπτυξης).

Η ελληνική αγγειοπλαστική πέρασε μεγάλη κρίση στις δεκαετίες ’50 και ’60 λόγω εξέλιξης της τεχνολογίας, όταν πλαστικό και αλουμίνιο αντικατέστησαν είδη κεραμικής στην καθημερινή ζωή. Δεκάδες παραδοσιακά εργαστήρια έκλεισαν, διότι:

- Η μεταφορά νερού έπαψε να γίνεται με πήλινα σκεύη.

- Καταργήθηκαν ξυλόφουρνοι και κεραμικά σκεύη φαγητού, λόγω ηλεκτρικών κουζινών.

- Ψυγεία αντικατέστησαν πήλινα αντικείμενα, που χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι.

Υπήρξε μαζική παραγωγή βιομηχανοποιημένων κεραμικών από το εργοστάσιο του Κεραμεικού ώς τη δεκαετία του ’80, που έκανε εξαγωγές αλλά έκλεισε.

Εστω και με σημαντικές απώλειες, η ελληνική παραδοσιακή κεραμική επανέκαμψε. Σ’ αυτό βοήθησαν:

* Η άνοδος του τουρισμού στη χώρα μας με την παραγωγή πήλινων ενθυμημάτων, που άνοιξε και τη στρόφιγγα των εξαγωγών.

* Η μόδα. Αυξήθηκε λ.χ. η ζήτηση σε διακοσμητικά πιθάρια και στάμνες για μπαλκόνια και κήπους.

* Η διάδοση των τζακιών και των τηλεοπτικών παραγωγών μαγειρικής, που οδήγησαν σε κάθετη αύξηση της ζήτησης σε γάστρες και άλλα κεραμικά είδη κουζίνας!

* Η ανάπτυξη του Διαδικτύου.

Ομως, αφενός η διεθνής οικονομική συγκυρία, αφετέρου η μαζική παραγωγή βιομηχανοποιημένων κεραμικών και οι απομιμήσεις απειλούν ξανά το ελληνικό κεραμικό, που αδυνατεί ν’ ανταγωνιστεί σε τιμές τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και ιδίως τις ασιατικές. Η πολιτεία οφείλει να στρέψει επιτέλους με σοβαρότητα το βλέμμα στην ελληνική αγγειοπλαστική διότι:

1ον. Πέρα από τα τυποιημένα ελληνικά κεραμικά υπάρχουν τα χειροποίητα, που είναι μικρά έργα τέχνης.

2ον. Ορισμένα πήλινα αντικείμενα, π.χ. το αρχαγγελίτικο πιάτο της Ρόδου, το πιθάρι του Θραψανού Κρήτης, τα σιφνέικα αγγεία, δεν τα συναντάμε αλλού στον κόσμο.

3ον. Τα ελληνικά κεραμικά σκεύη κουζίνας είναι φτιαγμένα με βάση τις αυστηρές διεθνείς προδιαγραφές για το μαγείρεμα τροφίμων.

Ουσιαστικά, πρόκειται για ώρα μηδέν για τα ελληνικά παραδοσιακά κεραμικά, που πληρώνουν την αδιαφορία και την άγνοια των ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίες απέφυγαν ν’ ακολουθήσουν ολοκληρωμένη στρατηγική σε ό,τι αφορά την προβολή, προώθηση και διάθεσή τους. Ακόμη κι έξω από τα ελληνικά μουσεία, τα τουριστικά μαγαζιά πωλούν αντίγραφα και απομιμήσεις κατά 90% από την Κίνα, την Ταϊβάν…

Τα προβλήματα

Τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ελληνες αγγειοπλάστες:

* Η πρώτη ύλη για την κατασκευή αξιόλογων κεραμικών είναι ακριβή, αφού αγγίζει το 20-40% της χονδρικής τιμής του προϊόντος. Υπάρχει το Ελληνικό Κέντρο Αργιλομάζης, που παράγει πρώτη ύλη από ελληνικά χώματα, αλλά δεν επαρκεί.

Με εξαίρεση τα κρητικά εργαστήρια, ο πηλός ως επί το πλείστον εισάγεται από Αγγλία και Ιταλία, σε ποσοστό 50%-60% για τα καλλιτεχνικά κεραμικά και περίπου 80% για τα πυρίμαχα κεραμικά. Ενώ η Ελλάδα διαθέτει κατάλληλο χώμα για εξειδικευμένα κεραμικά, δεν έχει γίνει σωστή οργάνωση ώστε να παραχθούν ικανές ποσότητες πηλού και να μειωθούν οι εισαγωγές.

* Δεν έχει γίνει συστηματική προβολή-διαφήμιση των ελληνικών κεραμικών, ούτε στην εγχώρια αγορά ούτε στο εξωτερικό, ώστε ν’ αποφεύγονται οι απομιμήσεις.

* Παρατηρούνται προβλήματα στη διάθεση των προϊόντων λόγω υψηλού κόστους μεταφοράς.

* Εχει μειωθεί η ζήτηση κεραμικών από τουρίστες. Αφενός διότι μειώθηκε η αγοραστική τους δύναμη λόγω διεθνούς κρίσης, αφετέρου επειδή τα φτηνά τουριστικά πακέτα εγκλωβίζουν τους τουρίστες στα ξενοδοχεία, οπότε δεν έχουν οι ίδιοι άποψη για τις αγορές τους.

* Μολονότι υπάρχει η δυνατότητα για αύξηση των εξαγωγών, τα περισσότερα αγγειοπλαστεία λειτουργούν προσανατολισμένα στην ελληνική αγορά. Μόνο αγγειοπλάστες από το Θραψανό Ηρακλείου, τις Μαργαρίτες Ρεθύμνου και την Αττική (Μαρούσι, Μενίδι, Αγιος Στέφανος, Παιανία, Μαρκόπουλο) έχουν κατορθώσει να εξάγουν συστηματικά κεραμικά στο εξωτερικό.

* Κίνα, Ταϊβάν, Ινδονησία, Βουλγαρία, Πολωνία απειλούν το ελληνικό κεραμικό, που μπορεί να κερδίσει τις διεθνείς αγορές μόνο άμα προβληθεί η εξαιρετική ποιότητά του.
annio@enet.gr
Τέχνη 8.000 ετών

* Η ελληνική αγγειοπλαστική συναντάται γύρω στο 6000 π.Χ. Αναπτύσσεται κυρίως σε εύφορες πεδιάδες, που διέθεταν κατάλληλο χώμα, άφθονο νερό και καύσιμη ύλη.

Τα σπουδαιότερα κέντρα παραγωγής αγγειοπλαστικής ήταν: Κυκλάδες, Θεσσαλία, Μακεδονία, Κρήτη και Πελοπόννησος.

* Μινωικά αγγεία έφταναν ώς το Γιβραλτάρ, ενώ κλασικά αγγεία συναντάμε στη Μεσόγειο και στη Μεσοποταμία.

* Στα ελληνικά σπίτια, γύρω στη δεκαετία του ’50, βρίσκουμε τις εξής κατηγορίες κεραμικών:

1) Σε μεγαλοαστικές οικογένειες ή νησιά που είχαν επαφές με το εξωτερικό (Σάμος, Σύρος, Σκύρος κ.ά.), κυριαρχούν τα ευρωπαϊκά εισαγόμενα κεραμικά (πορσελάνες).

2) Σε αστικά σπίτια συναντάμε περισσότερο διακοσμημένα ελληνικά κεραμικά, τα οποία δεν εξυπηρετούν μόνο πρώτες ανάγκες αλλά είναι προσανατολισμένα και στην αισθητική.

3) Σε αγροτικά σπίτια συναντάμε τα λιγότερο διακοσμημένα ελληνικά κεραμικά, που χρησιμοποιούνται για οικιακή και επαγγελματική χρήση.

4) Ξεχωρίζουν τα κεραμικά των Ιόνιων νήσων, που επηρεάστηκαν ποικιλότροπα από τη δυτική παράδοση.

* Η παράδοση της ελληνικής αγγειοπλαστικής μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά, από πατέρα σε γιο, αφού οι γυναίκες είχαν κυρίως βοηθητικούς ρόλους. Πωλητής και αγγειοπλάστης δεν ήταν αναγκαστικά το ίδιο πρόσωπο. Στην Κύπρο, στον Κόρνο και το Φοινί πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραδοσιακή αγγειοπλαστική έχουν μέχρι σήμερα οι γυναίκες.

* Καλός μάστορας θεωρείται όποιος φτιάχνει καλές στάμνες, αφού είναι το πιο δύσκολο πήλινο αντικείμενο στην κατασκευή, λόγω του «λαιμού».

* Μια γυναίκα παλαιότερα θεωρούνταν έτοιμη για γάμο άμα μπορούσε να κουβαλήσει μόνη της μια στάμνα γεμάτη νερό. Καλός τεχνίτης θεωρούνταν, όχι απλώς αυτός που έψησε σωστά ή έφτιαξε ένα όμορφο αισθητικά αντικείμενο, αλλά ένα λεπτό αγγείο, ώστε να μη ζυγίζει πολύ, καθιστώντας απαγορευτικό το βάρος του.

ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ ΣΤΟΝ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟ
7.500 αντικείμενα και φωτογραφίες από το 1950

Ως και πήλινες… θερμοκοιτίδες υπήρχαν, δηλαδή κρεβατάκια ειδικής κατασκευής, που τοποθετούνταν δίπλα στο τζάκι για να ζεσταίνεται το μωρό.

Κούπες της δικαιοσύνης, πιθάρια, σφυρίχτρες, τροχοί συγκαταλέγονται στα περίπου 7.500 αντικείμενα του Κέντρου Μελέτης Νεότερης Κεραμικής στον Κεραμεικό, μαζί με αρχειακό υλικό, φωτογραφίες, συνεντεύξεις, αποτυπώσεις εργαστηρίων, ντοκιμαντέρ.

Πρωτοπόρος στην εθνολογική έρευνα η Μπέτυ Ψαροπούλου, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 συγκέντρωσε υλικό για το ελληνικό κεραμικό, που θα ζήλευαν ξένοι ερευνητές. Γόνος αστικής αθηναϊκής οικογένειας του Μεσοπολέμου, είχε επαφές με τον Βασίλη Ρώτα, τον Κώστα Βάρναλη, τον Νίκο Πουλαντζά, τον Τίτο Πατρίκιο, ενώ η ηθοποιός Μαλένα Ανουσάκη ήταν θεία της. Εξαιτίας των δημοκρατικών πεποιθήσεων της οικογένειας, εκτοπίστηκε στον Εμφύλιο σε στρατόπεδο κορασίδων.

Η Μπέτυ Ψαροπούλου γύρισε πόρτα πόρτα τα ελληνικά αγγειοπλαστεία της εποχής. Μίλησε, φωτογράφησε και κινηματογράφησε αγγειοπλάστες, κατέγραψε τεχνικές κατασκευής και το γλωσσάρι τους, ενώ αγόρασε και πλήρεις σειρές της παραγωγής τους.

Το 1987 δημιουργήθηκε το Ιδρυμα Οικογένειας Γ. Ψαροπούλου και το Κέντρο Μελέτης Νεότερης Κεραμικής (Μελιδώνη 4-6,τηλ.: 2103318491-5), που χρηματοδοτείται κυρίως από πόρους της οικογένειας Ψαροπούλου (καταπίστευμα), έχει έσοδα από εκδηλώσεις του και συμπληρωματικά παίρνει μικρή επιχορήγηση από το υπουργείο Πολιτισμού. Η συλλογή της Μ.Ψαροπούλου σταδιακά εμπλουτίστηκε κι από μικρότερες, όπως της Αγγελικής Χαριτωνίδου.

Από το 1993, στο θεσμό αυτό υλοποιούνται εκπαιδευτικά προγράμματα στα οποία συμμετέχουν μαθητές άνω των 5 ετών. Περισσότερα από 70 άτομα παρακολουθούν συστηματικά τα μαθήματα αγγειοπλαστικής που παραδίδονται.

Μία μόνιμη έκθεση, περιοδικές εκθέσεις, γνωριμία με νέους κεραμίστες, εκδόσεις είναι η πολιτική που έχει ακολουθήσει το Κέντρο, μας εξήγησε η αρχαιολόγος Ειρήνη Γαβριλάκη, γραμματέας του Ιδρύματος Οικογένειας Ψαροπούλου και διευθύνουσα του Κέντρου Μελέτης Νεότερης Κεραμικής. Επιδιώκουν το κέντρο να μην έχει τη μορφή ενός αποστεωμένου οργανισμού, αλλά να είναι πυρήνας για την αγγειοπλαστική-κεραμική, με λόγο στο σήμερα. Τόσο η Ειρήνη Γαβριλάκη όσο και ο αρχαιολόγος Νίκος Λιάρος έδωσαν στην «Ε» πολύτιμες πληροφορίες για το ελληνικό κεραμικό.

! Ο μακροβιότερος θεσμός στην ιστορία της νεοελληνικής αγγειοπλαστικής είναι η Πανελλήνια Εκθεση Καλλιτεχνικής Κεραμικής στο Μαρούσι, που κλείνει φέτος 49 χρόνια. Εγκαινιάζεται τη Δευτέρα στο Κεραμικό Κέντρο Αμαρουσίου (λεωφόρος Κηφισίας 207, αίθουσα «Αλ. Γαρδέλης») στις 8.30 το βράδυ. Συνδιοργανώνεται από την Πανελλήνια Ενωση Κεραμιστών και Αγγειοπλαστών, το Δήμο Αμαρουσίου και το Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού.

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΕΣ:
Μας έφαγαν τα κινέζικα
Της ΑΝΝΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

«Από την ώρα που θα δεθείς με τον πηλό, τέλειωσες… Οταν τον αγαπήσεις, δεν μπορείς να φύγεις», υποστηρίζει ο 57χρονος Στέλιος Σταμάτης, γέννημα-θρέμμα του Μανταμάδου Λέσβου.

40-41-3-thumb-mediumΟ Στ. Φτούλης επέστρεψε στην πατρίδα και την τέχνη του Ο Στ. Φτούλης επέστρεψε στην πατρίδα και την τέχνη του Με πατέρα, παππού και προπάππο αγγειοπλάστες, άρχισε απ’ τα 10 του χρόνια να μαθαίνει τον ποδοκίνητο τροχό. Προτού πάει σχολείο, βοηθούσε στο κουβάλημα του νερού, των κλαδιών και του χώματος. Είναι απ’ τους τελευταίους αγγειοπλάστες του Μανταμάδου. Από τα 60 αγγειοπλαστεία της περιοχής σήμερα έχουν απομείνει μόνο 4, τρία στο Μανταμάδο κι ένα στον Αγιο Στέφανο.

«Εξήντα καμίνια ήτανε στην παραλία, στη δεκαετία του ’50, κι έβγαζαν γύρω στα 3 εκατομμύρια σταμνιά. Ερχονταν καΐκια και πήγαιναν από Αλεξανδρούπολη μέχρι την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1960 παρουσιάστηκε το πλαστικό. Τότε σταμάτησαν τα περισσότερα αγγειοπλαστεία…».

Ο 49χρονος Γιώργης Διακονικολάου, με καταγωγή απ’ την Κω, μεγάλωσε στον Αρχάγγελο Ρόδου. Τότε υπήρχαν 6-7 αγγειοπλαστεία, σήμερα μόνο 1 στον Αρχάγγελο κι άλλο ένα στ’ Αφάντου. «Ισως του χρόνου να ψάχνω για δουλειά», παρατηρεί.

Σκυριανός ο 65χρονος Σταμάτης Φτούλης, απ’ το εργαστήρι του στα Ιλίσια έφτασε να κάνει εξαγωγές ώς το Ορεγκον και τα νησιά Φίτζι. Ηταν προσωπική επιλογή του όμως να εγκατασταθεί μόνιμα στη Σκύρο. Ασχολήθηκε συστηματικά με τον κόκκινο πηλό του νησιού του, όταν «έφυγαν» οι παραδοσιακοί μαστόροι, «διότι ήρθαν έμποροι να μας φέρουν απομιμήσεις».

Κοντά σε Σιφνιούς μαστόρους μεγάλωσε ο 49χρονος Κερκυραίος, Κώστας Γαλάνης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Κεραμιστών-Αγγειοπλαστών, που αριθμεί σχεδόν 1.500 κεραμίστες-αγγειοπλάστες.

Στο Μαρούσι στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 υπήρχαν τουλάχιστον 50-60 εκθεσιακοί χώροι με κεραμικά όλων των ειδών. Ηταν τα λεγόμενα «Κανατάδικα», γύρω στα 500-1.000 μέτρα από το Μέγαρο του ΟΤΕ ώς τα σχολεία του Αμαρουσίου. Επειδή το Μαρούσι είχε καλό χώμα και νερό, τροφοδοτούσε με χιλιάδες στάμνες την Αθήνα. Σήμερα απέμειναν περίπου 10-15 αγγειοπλάστες-κεραμίστες και μόλις 3-4 εργαστήρια με παραδοσιακά προϊόντα.

Λόγω των υψηλών ενοικίων στο Μαρούσι, «οι περισσότεροι αγγειοπλάστες έχουν μετακομίσει στο Μενίδι, στον Αυλώνα, γενικά στη βόρεια Αττική. Η αγορά ολοένα απομακρύνεται από τα ελληνικής παραγωγής χειροποίητα κεραμικά. Δεν είναι μόνο τα φτηνά εργατικά χέρια από τρίτες χώρες, όπως η Κίνα, αλλά και οι μεγάλες εισαγωγές από Βουλγαρία, Πολωνία…».

Στον μοναχογιό του θα μείνει η οικογενειακή επιχείρηση του 50χρονου Σερραίου, Αγγελου Βάκαλου, που είχε παππού, πατέρα και θείο αγγειοπλάστες.

«Μια παλέτα κεραμικών ύψους 2 μέτρων, για να μεταφερθεί στη Μυτιλήνη κοστίζει 150-200 ευρώ», λέει. «Τα μεταφορικά είναι άνω του 15-20%. Παλαιότερα ο ΕΟΜΜΕΧ ήταν ο μεγάλος μας συμπαραστάτης. Τώρα, είτε γιατί δεν έχει τις δυνατότητες, είτε γιατί δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό, δεν έχουμε κάποια στήριξη. Δυστυχώς, δεν υπάρχει προβολή του ελληνικού κεραμικού. Η τάση είναι πτωτική, χάνονται οι παλιοί τεχνίτες και δεν αντικαθίστανται. Αν δεν υπάρξουν κίνητρα, η αγγειοπλαστική θα γίνει μουσειακή τέχνη».

Σιφνιός ο 42χρονος οικογενειάρχης Γιάννης Αποστολίδης, κρατάει από γενιά μαστόρων. Η Σίφνος αριθμεί περί τα 16 εργαστήρια. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε 90, κυρίως στα παράλια.

«Η ελληνική αγγειοπλαστική έχει πίσω της χιλιάδες χρόνια. Μερικές φορές “κάθεται”, αλλά για κάποιον λόγο δεν πεθαίνει», υποστηρίζει ο Γ. Αποστολίδης. «Πολύς κόσμος μπαίνει στα μαγαζιά, αλλά δεν μπορείς να συναγωνιστείς τα κινεζικά. Πρέπει να διαχωριστεί η βιομηχανική παραγωγή από τα χειροποίητα».

Στις Μαργαρίτες Ρεθύμνου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Γιώργος Δαλαμβέλας, παντρεμένος και πατέρας 3 κοριτσιών. Γράφτηκε κρυφά απ’ τον πατέρα του σε σχολή, ώστε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Σήμερα, στις Μαργαρίτες υπάρχουν 17 εργαστήρια αγγειοπλαστικής και 20 αγγειοπλάστες.

Στο εργαστήρι του 40χρονου οικογενειάρχη Γιώργου Κουτράκη στο Θραψανό Ηρακλείου χρησιμοποιούν χειροκίνητους, ποδοκίνητους και ηλεκτροκίνητους τροχούς για την κατασκευή του παραδοσιακού πιθαριού. «Η κρίση -λέει- μας έχει χτυπήσει τα τελευταία 1-2 χρόνια. Η παραγωγή έχει πέσει.

Υπάρχουν απομιμήσεις, βιομηχανοποιημένα προϊόντα, από Κίνα, Ταϊβάν, Ινδονησία, και η διαφορά στην τιμή είναι τεράστια, αν κάποιος δεν ξέρει να ξεχωρίσει την ποιότητα…».

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 402 other followers

%d bloggers like this: